αντιμετωπίζω

Μεταφράσεις

αντιμετωπίζω

face, confront, tackle, deal, deal withaffronter, faire face, faire face à, s’occuper deيَتَعَامَلُ مَعَ, يُواجِهُřešit, směřovatstå over for, tage sig afgegenüberstehen, kümmern um (sich)enfrentarse, ocuparse de, volverse haciakäsitellä, kohdatagledati prema, nositi seaffrontare・・・に向かう, 扱う다루다, 직면하다aanpakken, kijken naarhandle med, stå overforporadzić sobie z, stanąć wobecencarar, lidar comбыть обращенным, справляться сhantera, mötaเผชิญหน้า, จัดการbakmak, ilgilenmekđối mặt, xử lý处理, 面对 (andimeto'pizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προσπαθώ να βρω λύση Αντιμετωπίζω σοβαρό πρόβλημα.
2. φέρομαι σε κπ αντιμετωπίζω κπ με υπεροψία
3. προβλέπω αντιμετωπίζω το ενδεχόμενο να
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close